Δημοτική Ενότητα Σταυρούπολης Ξάνθης
   
 
  Δελτίο Ενημέρωσης
Εάν θέλετε να λαμβάνετε τα νέα της δημοτικής ενότητας Σταυρούπολης δώστε μας το e-mail σας.
  Πληροφορίες
Πληροφορίες
Κ.Ε.Π.
 
 Ιστορία


Η φυσική διάβαση της Κοιλάδας του Νέστου, λόγω της γεωγραφικής και στρατηγικής σημασίας, υπήρξε κέντρο μετακινήσεων, αλλά και εγκατάστασης πληθυσμών από την προϊστορική περίοδο ως τους νεότερους χρόνους. Στα Ιστορικά ιδιαίτερα χρόνια ήταν η κύρια οδική αρτηρία που συνέδεε τη Δύση με την Ανατολή, την Μακεδονία με τη Θράκη. Ακόμα και μετά την κατασκευή της Εγνατίας που περνούσε πολύ νοτιότερα, παρέμεινε η ασφαλέστερη οδός για την διακίνηση ανθρώπων, στρατευμάτων και αγαθών. Τα στοιχεία όμως που έχουν διασωθεί για την Ιστορία της περιοχής, είναι πολύ λίγα και αποσπασματικά.
Η Ροδόπη και ο Νέστος, πρόσωπα της Ελληνικής Μυθολογίας αναφέρονται στις αρχαίες Ελληνικές και Λατινικές πηγές. Η Ροδόπη ήταν κόρη του Στρυμώνα και αδερφή του Αίμου. Τα δυο αδέρφια Ροδόπη και Αίμος ενώθηκαν από μεγάλο έρωτα και γέννησαν αγόρι που ονομάστηκε Έβρος. Επειδή τόλμησαν να ονομάσουν τους εαυτούς τους Δία και Ήρα, οι θεοί τους τιμώρησαν σκληρά και τους μεταμόρφωσαν στα δυο ομώνυμα βουνά. Σύμφωνα με άλλο μύθο, η Ροδόπη ήταν νύμφη μιας Θρακικής πηγής που αγάπησε τον θεό Απόλλωνα και έγινε μητέρα του Κίκονα, γενάρχη των Κικόνων. Επειδή όμως δεν κράτησε τον λόγο που είχε δώσει να παραμείνει παρθένος, η θεά Άρτεμη την μεταμόρφωσε και την έκανε πηγή.
Ο Νέστος ή Νέσσος ήταν γιος του Ωκεανού και της Θέτιδος και, σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο, πατέρας της Καλλιρρόης, της συζύγου του Βίστονα, γενάρχη των Βιστόνων. Είχε το ίδιο όνομα με τον Κένταυρο Νέσσο. Σύμφωνα με τον Ιάμβλιχο (Διογένης Λαέρτιος), ο Νέστος απηύθυνε χαιρετισμό στον Πυθαγόρα, όταν περνούσε το ποτάμι. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Αχελώος δυτικά και ο Νέστος ανατολικά ήταν τα όρια μιας ζώνης στην οποία ζούσαν λιοντάρια τον 5ο αιώνα π.Χ.
Η αρχαιολογική έρευνα έχει οδηγήσει στον εντοπισμό θέσεων της ύστερης εποχής του χαλκού και της πρώιμης εποχής του σιδήρου. Όπως διαπιστώθηκε με την διενέργεια μιας μικρής δοκιμαστικής ανασκαφής στο ύψωμα Μουργκάνα του Νεοχωρίου, η παλαιότερη εγκατάσταση που είναι γνωστή ως τώρα χρονολογείτε στον 12ο αιώνα π.Χ. Οι κάτοικοι του οικισμού αυτού ζούσαν με την κτηνοτροφία, στην καλλιέργεια των μικρών, αλλά εύφορων εκτάσεων της παρανέστιας κοιλάδας και τα αλιεύματα του ποταμού.
Όταν άρχισε η κάθοδος και η διασπορά των Θρακικών φύλλων στη χερσόνησο του Αίμου, στην περιοχή του Νέστου, νότια των Κομνηνών ως το Αιγαίο, εγκαταστάθηκαν οι Σαπαίοι , μεταξύ των Δερσαίων δυτικά και των Βιστόνων ανατολικά, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (7,110): «έθνεα δε Θρηίκων δι’ ών της χώρης οδόν εποιέετο τοσάδε, Παίτοι, Κίκονες, Βίστονες, Σαπαίοι, Δερσαίοι, Ηδωνοί, Σάτραι». Στην κοιλάδα του Νέστου και πιο βόρεια στη Ροδόπη, ως τον Έβρο και τη Φιλιππούπολη, κατοικούσαν οι Σάτρες. Οι Σαπαίοι έχουν ταυτιστεί με τους Σαϊους, τους Σιντούς ή Σίντιες. Εναντίων των Σαϊων πολέμησε ο ποιητής Αρχίλοχος. Εναντίων των Σαϊων ή Σαπαίων πολέμησαν ασφαλώς και οι άποικοι των Κλαζομενών και της Τέω, για να καταφέρουν να εγκατασταθούν και να ιδρύσουν τα Άβδηρα, ανατολικά των εκβολών του Νέστου. Ο Στράβων XII 549-550 αναφέρει για τους Σαπαίους: «πάντες γαρ ούτοι περί Άβδηρα την οίκησιν είχον και τας περί Λήμνον νήσους». Στους Περσικούς πολέμους υποτάχθηκαν στους Πέρσες και ακολούθησαν τον στρατό του Ξέρξη εναντίον των Ελλήνων, όπως και οι άλλοι Θράκες, εκτός από τους Σάτρες.
Δεν είναι γνωστό ακριβώς ποια χρονικά διαστήματα οι Αβδηρίτες είχαν τον έλεγχο της διάβασης του Νέστου, μιας περιοχής που είχε στρατηγική σημασία για την προστασία της πόλης και της χώρας τους από τις επιθέσεις των Θρακικών φύλων. Τα αρχαιολογικά ευρήματα πάντως μαρτυρούν για την παρουσία των Αβδηρίτων στην περιοχή από τον 5ο αιώνα π.Χ. Το 376 π.Χ. οι Τριβαλλοί εκστρατεύοντας κατά των Αβδήρων πέρασαν με τριάντα χιλιάδες στρατό από την κοιλάδα του Νέστου. Στα χρόνια του βασιλιά των Οδρυσών Κότυ Α’ (384-359 π.Χ.) η χώρα των Σαπαίων βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Οδρυσών, ενώ βορειότερα οι Σάτρες (Βεσσοί) παρέμειναν ανεξάρτητοι. Μετά την δολοφονία του βασιλιά Κότυ Α’ (384-359 π.Χ.), ο Κερσοβλέπτης (359-341 π.Χ.) μοιράστηκε την εξουσία με τους δυο αδερφούς του. Ο Βηρισάδης πήρε το δυτικό τμήμα, με τη χώρα των Σαπαίων και μέρος της χώρας των Βιστόνων, ενώ ο Αμάδοκος το ανατολικό τμήμα έως τον Έβρο.
Στα χρόνια των Μακεδόνων Βασιλέων ο ποταμός Νέστος ήταν το όριο μεταξύ Μακεδονίας και Θράκης. (Στράβων 7, απόσπ. 33 και 35): «το Νέστου στόμα του διορίζοντος Μακεδονίαν και Θράκην» και «μέχρι Νέστου του ποταμού του αφορίζοντος την κατά Φίλιππον και Αλέξανδρον Μακεδονίαν». Πτολεμαίος III, 12,6: «μετά τον Νέστο, ος έστιν όριον της Θράκης».
Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β’ αφού κατέλαβε τις παραλιακές πόλεις της Θράκης (342-339 π.Χ.), έκανε την μεγάλη εκστρατεία του από το Βυζάντιο ως τις εκβολές του Ίστρου. Κατά την επιστροφή του προς την Μακεδονία κατέβηκε από τον Νέστο και έφτασε στους Φιλίππους. Μετά την διάλυση του Θρακικού κράτους των Οδρυσών, ίδρυσε πόλεις, κώμες και φρούρια σε επιλεγμένες θέσεις με στρατηγική σημασία, για να διασφαλίσει τις νέες κτήσεις του και να ελέγχει τις κινήσεις των ανυπότακτων Θρακών. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής απέκτησε τον έλεγχο της κοιλάδας του Νέστου και μαζί της διερχόμενης οδικής αρτηρίας, κατασκευάζοντας φρούρια στα υψώματα εκατέρωθεν του ποταμού, όπως είναι τα φρούρια της Καλύβας και της Μυρτούσας (Αερικού).
Ο Μέγας Αλέξανδρος κατά την εκστρατεία του εναντίον των Τριβαλλών, των Γετών και των Θρακών πρέπει να πέρασε από την περιοχή του Νέστου, στο ύψος πιθανότατα του σημερινού Παρανεστίου. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου η περιοχή βρέθηκε διαδοχικά υπό τον έλεγχο του Λυσιμάχου, του Φιλίππου Ε’, των  Σελευκιδών και των Πτολεμαίων. Όταν το 179 π.Χ. έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας ο Περσέας, οι Σαπαίοι με βασιλιά τον Αβρούπολι εισέβαλαν με την προτροπή του Ευμένη της Περγάμου στη Μακεδονία και έφτασαν ως την Αμφίπολη, με σκοπό την κατάληψη των μεταλλείων του Παγγαίου. Με την εμφάνιση του μακεδονικού στρατού όμως οι Σαπαίοι  αποχώρησαν, εγκαταλείποντας αιχμαλώτους και ζώα. Ο Περσέας κατόρθωσε να εκθρονίσει τον Αβρούπολι και να ανεβάσει στο θρόνο φιλικό προς αυτόν πρόσωπο. Μετά την ήττα του Περσέα από τους Ρωμαίους στη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) και τη διάλυση του μακεδονικού κράτους, η περιοχή υπαγόταν στην πρώτη μερίδα με πρωτεύουσα την Αμφίπολη, ενώ οι Ρωμαίοι άρχισαν να επεμβαίνουν απροκάλυπτα και να ρυθμίζουν τις εσωτερικές υποθέσεις των Θρακών, ως το 46 μ.Χ., όταν η Θράκη έγινε επίσημα ρωμαϊκή επαρχία. Η ταύτιση των «στενών των Σαπαίων», τα οποία μαζί με τα «στενά των Κορπίλων» αναφέρονται από τον Αππιανό στην περιγραφή των γεγονότων, λίγο πριν από τη μάχη των Φιλίππων, είναι προβληματική. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη ταυτίζονται με την κοιλάδα του Νέστου. Οι στρατηγοί του Αντωνίου και του Οκταβιανού Δεκίδιος  και Νωρβανός είχαν καταλάβει τα στενά των Κορπίλων ο πρώτος και των Σαπαίων ο δεύτερος. Οι δημοκρατικοί Βρούτος και Κάσιος πέρασαν τον Ελλήσποντο και βάδισαν δυτικά για να συναντήσουν τους αντιπάλους. Προσπάθησαν με τη βοήθεια του Ρασκουπόλιδος και με κυκλοτερή κίνηση τριών ημερών από δύσβατη περιοχή του Σαπαίου όρους να αιφνιδιάσουν τους εχθρούς, αλλά έγιναν αντιληπτοί και ο Νωρβανός με τις δυνάμεις του έφυγε προς την Αμφίπολη. Ακολούθησε η μεγάλη μάχη μεταξύ των αντιπάλων παρατάξεων στους Φιλίππους (42 π.Χ.) και η ήττα των δημοκρατικών. Η περιοχή των Σαπαίων αναφέρεται από τον Πτολεμαίο ως μία από τις στρατηγίες της Θράκης με το όνομα Σαπαϊκή. Όταν ο Διοκλητιανός (284-305) έκανε τη Θράκη Διοίκηση και τη διαίρεσε σε επαρχίες, η περιοχή ανήκε στην επαρχία Ροδόπης με πρωτεύουσα την Αίνο. Κατά τους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας οι κάτοικοι της παρανέστιας περιοχής γνώρισαν, όπως και στις άλλες περιοχές της Θράκης, καταστροφές, λεηλασίες, φόνους και αιχμαλωσίες, αποτέλεσμα των συνεχών βαρβαρικών επιδρομών στα εδάφη της Θράκης, των Γότθων, Ούννων, Αβάρων, Πετσενέγκων, Κουμάνων και ιδιαίτερα Βουλγάρων και Τούρκων. Από τον 9ο αι. η περιοχή υπήρξε τμήμα του Βολερού και ανήκε διαδοχικά στα θέματα Θράκης, Μακεδονίας, Στρυμόνα και Βολερού, ενώ στις αρχές του 11ου αι. το Βολερό ανήκε στο ίδιο θέμα με τις περιοχές του Στρυμόνα και της Θεσσαλονίκης. Την εποχή του Αλεξίου Β  Αγγέλου ο εξάδελφός του Βλαχοβούλγαρος Ιβαγκός, τον οποίο έστειλε στη Φιλιππούπολη να αποκρούσει τους Βλαχοβουλγάρους, επαναστάτησε και κατέλαβε πολλά φρούρια του Αίμου και της Ροδόπης, φτάνοντας στη Μοσυνόπολη, την Ξάνθεια, το Παγγαίο και τα Άβδηρα (1199). Τότε καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε όλη η ορεινή περιοχή βόρεια της Ξάνθης και μαζί ασφαλώς και η κοιλάδα του Νέστου. Την ίδια τύχη πρέπει να είχε και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και των άλλων πόλεων της Θράκης από τους Φράγκους, όταν ακολούθησαν επιδρομές (1205-1206) των Κουμάνων και των Βλαχοβουλγάρων  υπό τον Ιωάννη ή Ιωαννίτση (Σκυλογιάννη), ο οποίος κατέσκαψε, εκτός των άλλων πόλεων, την Τραϊανούπολη, τη Μάκρη, τη Μοσυνόπολυ και το Περιθεώριον. Το 1224 ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Κομνηνός έγινε κύριος της Θεσσαλονίκης και προχώρησε προς την ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Κατέλαβε την περιοχή της Ξάνειας και όλη τη Θράκη νότια της Ροδόπης μαζί με το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη. Ηττήθηκε όμως στην Κλοκοτινίτζα (1230) από τους Βουλγάρους και ο Ασάν Β’ κατέλαβε τις περιοχές του Βολερού, στο οποίο ανήκαν η Ξάνθεια και η παρανέστια  περιοχή, και τις κράτησε ως το 1242 οπότε ελευφερώθηκαν από τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατάτζη. Στα χρόνια των εμφυλίων πολέμων μεταξύ της Άννας Παλαιολογίνας, μητέρας του  Ιωάννη Ε’, και του Ιωάννη Καντακουζηνού ο τελευταίος με τη βοήθεια του Τούρκου Ουμούρ πασά κατέλαβε εκτός των άλλων πόλεων της δυτικής Θράκης και την Ξάνθεια (1344). Τότε προσχώρησαν στον Καντακουζηνό και όλα τα φρούρια της ορεινής περιοχής, βόρεια της Ξάνθης, που ονομαζόταν Μερόπη και παλαιότερα Αχριδώ. Ο Καντακουζηνός ανέθεσε τη διοίκηση της Μερόπης στον Βούλγαρο Μομιτζίλο, ο οποίος αργότερα επαναστάτησε, κατέλαβε τα φρούρια της περιοχής και έγινε ανεξάρτητος με δικό του στρατό και έδρα την Ξάνθεια. Τον επόμενο χρόνο ο Μομιτζίλος ηττήθηκε και σκοτώθηκε έξω από το Περιθεώριον από τον Καντακουζηνό και τους Τούρκους του Ουμούρ. Το 1345 οι Σέρβοι του Στέφανου Δουσάν κατέλαβαν τις Σέρρες και την περιοχή της Δράμας. Η περιοχή της Ξάνθειας και η κοιλάδα του Νέστου δεν είναι γνωστό από πότε ανήκαν στη σερβική ηγεμονία, σίγουρα όμως ανήκαν το διάστημα 1369-1971. Μετά την ήττα του συμμαχικού στρατού με επικεφαλής τον Σέρβο δεσπότη Ιωάννη Ούγγλεση από τους Τούρκους (1371) στη μάχη του ‘Εβρου, κοντά στο Τζερνομιάνον (Ορμένιο), οι περιοχές νότια της Ροδόπης καταλήφθηκαν σταδιακά από τους Τούρκους και βρέθηκαν υπό τον έλεγχο καταρχάς του Γαζή Εβρενός μπέη και αργότερα του σουλτάνου Μουράτ Α’. Η κατάληψη της Ξάνθης και της ορεινής προς βορρά περιοχής δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς έγινε. Υπάρχει η άποψη ότι έμεινε για ένα διάστημα υπό τον έλεγχο των Βυζαντινών και κατελήφθη το 1385/86. Οι συνεχείς επιδρομές και η παρουσία των ανεξάρτητων Τούρκων πολεμιστών από τα μέσα του 14ου αι. είχαν προκαλέσει μεγάλες καταστροφές στις πόλεις, τα χωριά και την ύπαιθρο χώρα της Θράκης, με αποτέλεσμα τη μείωση του πληθυσμού. Στα χρόνια της οθωμανικής δουλείας εγκαταστάθηκαν πολλοί μουσουλμάνοι έποικοι, ενώ πολλοί χριστιανοί εξαιτίας των συκοφαντιών, των αγγαρειών, της εξοντωτικής φορολογίας, των δολοφονιών και του παιδομαζώματος αναγκάστηκαν να εξισλαμιστούν. Σε φορολογικό κατάστιχο των ετών 1515-1520 της γειτονικής περιοχής Νευροκοπίου αναγράφονται πολλοί μουσουλμάνοι με χριστιανικά πατρώνυμα, πρόκειται δηλαδή για χριστιανούς που είχαν εξισλαμιστεί. Δεν είναι γνωστό αν ο χριστιανικός πληθυσμός της παρανέστιας περιοχής ακολούθησε τον ομαδικό εξισλαμισμό των χριστιανών κατοίκων της ορεινής Ροδόπης την εποχή του Μεχμέτ Δ’(1648-1687). Μέχρι τότε οι κάτοικοι της ορεινής ενδοχωρας της Ξάνθης και της Κομοτηνής είχαν παραμείνει χριστιανοί. Σύμφωνα με τουρκική πηγή στο σημερινό χωριό Ωραίον που κατοικείται σήμερα από Πομάκους, ζούσαν στο πρώτο μισό του 16ου αι. 127 οικογένειες χριστιανών και μόνο 12 οικογένειες μουσουλμάνων. Στα Κιμμέρια  επίσης υπήρχαν 117 οικογένειες χριστιανών και 8 οικογένειες μουσουλμάνων. Toν 17ο και 18ο αι. άρχισε η καλλιέργεια του καπνού στην περιοχή και η διακίνησή του προς την Κωνσταντινούπολη, την Αυστρία, τη Ρουμανία και την Αίγυπτο. Δεν είναι γνωστό το μέγεθος των καταστροφών που προκάλεσαν στα χωριά του Νέστου οι σεισμοί του Μαρτίου και Απριλίου 1829, οι οποίοι ισοπέδωσαν την Ξάνθη. Στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, τον Νοέμβριο του 1912, οι Βούλγαροι κατέλαβαν το Παρανέστι  (Μπούκια), τη Σταυρούπολη (Γενήκιοϊ) και όλα τα χωριά της κοιλάδας του Νέστου. Ακολούθησαν σκληρές διώξεις των Ελλήνων και εγκατάσταση Βουλγάρων από άλλες περιοχές με στόχο τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων και την αλλοίωση της σύνθεσης του πληθυσμού. Τον Ιούλιο του 1913 ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την κοιλάδα του Νέστου, την Ξάνθη και όλη τη Θράκη. Με τη συνθήκη όμως του Βουκουρεστίου, η Δυτική Θράκη παραχωρήθηκε στους Βουλγάρους, εκτός από την κοιλάδα του Νέστου, όπου κατέφυγαν τότε χιλιάδες πρόσφυγες από όλη τη Θράκη, χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου (1914-1918) οι σύμμαχοι των Γερμανών Βούλγαροι κατέλαβαν και πάλι την περιοχή. Τον Οκτώβριο του 1919 η 9η Μεραρχία, που είχε έδρα το Παρανέστι και διοικητή τον υποστράτηγο Γεώργιο Λεοναρδόπουλο, ελευθέρωσε εκ νέου την παρανέστια περιοχή και την Ξάνθη. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και σύμφωνα με τη συνθήκη της Λωζάνης  (1923) έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Στην κοιλάδα του Νέστου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Ρωμυλία και την Ανατολική Θράκη. Ο αριθμός τους έφτασε περίπου τις έξι χιλιάδες. ‘Έμειναν τότε στα παλιά σπίτια των Τούρκων που επισκευάστηκαν ή σε καινούρια που χτίστηκαν από Ηπειρώτες και Πόντιους τεχνίτες. Ανοίχτηκαν δρόμοι, χτίστηκαν εκκλησίες και σχολεία σε όλα τα χωριά. Κύρια ασχολία των κατοίκων, εκτός από την κτηνοτροφία, υπήρξε η εντατική καλλιέργεια του καπνού, της ποικιλίας πασμάς. Ο καπνός, εκλεκτής ποιότητας, κέρδισε τις αγορές της Ευρώπης και έφερε πολλά χρήματα στην περιοχή. Η παραγωγή του καπνού αυξήθηκε κατακόρυφα την περίοδο 1930-1940 και έφτασε μέχρι ένα εκατομμύριο οκάδες το χρόνο, ενώ η τιμή του ανέβηκε στη μία λίρα η οκά. Οι ηλικιωμένοι πρόσφυγες έζησαν στον νέο τόπο με το όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα, ενώ οι νεότεροι προσαρμόστηκαν ευκολότερα  στις νέες συνθήκες ζωής. Οι πρόσφυγες διατήρησαν το γλωσσικό τους ιδίωμα, τα ήθη και έθιμα, τις παραδόσεις, την πίστη τους στην ορθοδοξία, το αίσθημα της φιλοξενίας και την αγάπη τους στην Ελλάδα. ‘Όλα αυτά μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά και χαρακτηρίζουν και σήμερα τους κατοίκους της περιοχής. Τη διετία 1926-1928 αντικαταστάθηκαν  οι τουρκικές ονομασίες όλων των χωριών με ελληνικά ονόματα. Από το 1928 άρχισε σε όλα τα χωρία η ίδρυση αγροτικών Συνεταιρισμών, οι οποίοι εξασφάλιζαν στα μέλη τους ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ασφάλιση της παραγωγής. Η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής με βάση την καπνοπαραγωγή  είχε ως αποτέλεσμα την πρόοδο των κατοίκων σε πολλούς τομείς της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής, όπως στην παιδεία, τον αθλητισμό, το ερασιτεχνικό θέατρο και τη διοργάνωση διαφόρων πολιτιστικών εκδηλώσεων. Την ειρηνική ζωή των κατοίκων διέκοψε ο πόλεμος του 1940. Οι Γερμανοί τον Απρίλιο του 1941, αφού αντιμετώπισαν την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στα φυλάκια Εχίνου και Χαϊντούς, κατέλαβαν τη Σταυρούπολη. Πολλοί κάτοικοι, από όλα τα χωριά της περιοχής, έφυγαν και εγκαταστάθηκαν προσωρινά δυτικά του Νέστου, στον Κεχρόκαμπο, τη Λεκάνη και του Αμυγδαλεώνα Καβάλας. Η παραχώρηση της περιοχής στους Βουλγάρους, τον Μάιο του 1941, και η εγκατάσταση των βουλγαρικών στρατευμάτων, έφερε πολλά δεινά στους κατοίκους της περιοχής, όπως πείνα, κακουχίες, διωγμούς, ξυλοδαρμούς, φυλακίσεις και εκτελέσεις. Οι Βούλγαροι εγκατέστησαν δικούς τους κοινοτάρχες και αγροφύλακες και επέβαλαν τη χρήση της βουλγαρικής γλώσσας και του βουλγαρικού νομίσματος. Προσπάθησαν να επιβάλουν επίσης τη βουλγαρική υπηκοότητα. Πολλοί νέοι μεταφέρθηκαν ως όμηροι στη Βουλγαρία και υποχρεώθηκαν να εργάζονται αμισθί και σε δύσκολες συνθήκες για τη διάνοιξη δρόμων σε ορεινές περιοχές. Πολλοί άλλοι εγκατέλειψαν τα χωριά τους, είτε με τη θέλησή τους είτε με τη βία, και εγκαταστάθηκαν σε περιοχές που βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή. Από το 1942 άρχισε μεμονωμένα η δράση Ελλήνων ανταρτών στη Λεκάνη, το Παγγαίο, το Κοτζά Ορμάν, το καρά Ντερέ, το Μποζ Νταγ και τη Χαϊντού. Τον Φεβρουάριο του 1943 οι αντάρτες οργανώθηκαν σε σώματα με την ονομασία «Εθνική Οργάνωση Ελλήνων Ανταρτών» (ΕΟΕΑ). Από τα χωριά της κοιλάδας του Νέστου είχαν καταταγεί περίπου 640 άτομα. Στην περιοχή εμφανίστηκαν επίσης και μικρότερες δυνάμεις που ανήκαν  στον  ΕΛΑΣ. Οι αντάρτες έδωσαν σκληρές μάχες στο Κοτζά  Ορμάν, στην Πασχαλιά, στη γέφυρα των Παπάδων, στον Αντάλοφο και απέκτησαν τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων της περιοχής. Οι Βούλγαροι, επειδή δεν μπορούσαν να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις των ανταρτών, προχώρησαν για εκδίκηση στην πυρπόληση χωριών και στην εξόντωση αμάχων, παιδιών, νέων και ηλικιωμένων, ανδρών και γυναικών. Τέτοιες σφαγές έγιναν στο Καστανωτό, την Πασχαλιά, τον Λειβαδίτη, το Ιωνικό και το Καρυόφυτο, όπου εκτελέστηκαν τριάντα τέσσερα άτομα, μαζί και ο τότε Βούλγαρος πρόεδρος της Κοινότητας που προσπάθησε να ματαιώσει τη σφαγή. Στα Κομνηνά  μεταξύ των εκτελεσθέντων ήταν η Κυριακούλα Στίγκα, μητέρα δύο ανταρτών, που αρνήθηκε να μαρτυρήσει το μέρος όπου βρίσκονταν οι γιοι της και αντιμετώπισε ηρωικά το εκτελεστικό απόσπασμα. Μετά την απελευθέρωση της παρανέστιας περιοχής από τη βουλγαρική κατοχή, οι κάτοικοι ασχολήθηκαν και πάλι με την κτηνοτροφία και κυρίως με την καλλιέργεια του καπνού. Από τις αρχές όμως της δεκαετίας του ’60 οι τιμές του καπνού διαμορφώθηκαν κάτω του κόστους, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να μην μπορούν πλέον να ζήσουν στην περιοχή. ‘Έχοντας αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό τη συνεταιριστική και συνδικαλιστική συνείδηση, οργάνωσαν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, διαμαρτυρόμενοι για τις χαμηλές τιμές του καπνού. Σταμάτησαν μάλιστα και το τρένο 1959 στους σταθμούς της Σταυρούπολης και των Κομνηνών. Οι αγώνες αυτοί, αλλά και τα μέτρα που πήρε η τότε κυβέρνηση, δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τη μεγάλη κρίση. Οι κάτοικοι άρχισαν να φεύγουν σε άλλες πόλεις της Ελλάδος και στο εξωτερικό. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στην Ξάνθη, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Άλλοι έφυγαν στη Γερμανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία. Τα έργα που ακολούθησαν στο τέλος της δεκαετίας του 60, όπως οι γέφυρες της Σταυρούπολης και της Πασχαλιάς, η ανοικοδόμηση και η ηλεκτροδότηση των χωριών, η εγκατάσταση τηλεφώνων, η ανέγερση κοινοτικών καταστημάτων, η διαμόρφωση των χωριών και η ασφαλτόστρωση των επαρχιακών δρόμων, δεν σταμάτησαν τη δραματική μείωση του πληθυσμού. Η πρώτη μείωση εμφανίστηκε την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής, συνεχίστηκε όμως αργότερα με τη μαζική μετανάστευση. Το 1940 υπήρχαν 28 χωριά με 12.743 κατοίκους. Το 1951 ο πληθυσμός είχε μειωθεί σε 8.498 κατοίκους. Στην απογραφή του 1991 καταγράφηκαν 26 χωριά και 3.572 κάτοικοι, ενώ στην τελευταία απογραφή του 2001 οι κάτοικοι ήταν 3.010.      
 

  
 
  Η Περιοχή
Άγρια άνθη
  Εκδηλώσεις & Δραστηριότητες
  Χάρτες
Χάρτες
  Σύνδεσμοι
 
Δημοτική Ενότητα Σταυρούπολης Δήμου Ξάνθης